Το γένος Chenopodium περιλαμβάνει περισσότερα από 150 είδη φυτών, πολλά από τα οποία είναι ετήσια ποώδη, και ανήκει στην οικογένεια Amaranthaceae. Ορισμένα είδη έχουν καλλιεργηθεί ιστορικά για διατροφική χρήση, ενώ άλλα θεωρούνται επιβλαβή ζιζάνια, όπος η Λουβουδιά και την Χηνοπόδια
Φυτά ετήσια ή πολυετή, κυρίως ποώδη, με απλό ή διακλαδιζόμενο βλαστό και μεταβλητά φύλλα, από σπατουλοειδή έως λοβωτά.
Τα άνθη είναι πράσινα, μικροσκοπικά και αδιάφορα, συγκεντρωμένα σε πυκνές ταξιανθίες.
Τα περισσότερα είδη παράγουν πολλά μικροσκοπικά σπόρια, συμβάλλοντας στην ευρεία διασπορά.
Εγκαθίσταται σε πλούσια και γόνιμα εδάφη, με σωστά χωνεμένο χούμο. Το αγριόχορτο φυτρώνει σε εδάφη που η αποσύνθεση της οργανικής ουσίας προχωράει στη σωστή κατεύθυνση, και έχουμε αποδέσμευση καλής ποιότητας και αξιόλογης ποσότητας θρεπτικών στοιχείων. Είναι δείκτης ιδανικών συνθηκών παραγωγής σε βιολογικά ενεργό εδαφικό σύστημα. Δεν υπάρχει πρόβλημα κακής στράγγισης και συσσώρευσης νερού όπου εμφανίζονται τόσο το χηνοπόδι όσο και το καλλιεργούμενο βλίτο.
Τα είδη Chenopodium είναι διαδεδομένα σε όλες τις ηπείρους, ιδίως σε εύκρατες και ημιάνυδρες περιοχές.
Φυτρώνουν σε γεωργικά εδάφη, εγκαταλελειμμένους χώρους, άκρες δρόμων, απορριμματικούς χώρους και παράκτιες περιοχές.
Ορισμένα είδη, όπως το Chenopodium quinoa (κινόα) και το Chenopodium album, έχουν διατροφική αξία ως ψευδοδημητριακά ή βρώσιμα φυλλώδη λαχανικά.
Πολλά άλλα είδη θεωρούνται ζιζάνια υψηλής ανθεκτικότητας, ιδιαίτερα σε λαχανοκομικές και αροτραίες καλλιέργειες, καθώς ανταγωνίζονται για φως, νερό και θρεπτικά στοιχεία.
Κάποια περιέχουν σαπωνίνες και νιτρικά άλατα, γι’ αυτό η κατανάλωση σε μεγάλες ποσότητες αποθαρρύνεται χωρίς μαγείρεμα.







λουβουδιά πολύσπερμη - ΣΙΤΑΡΙ ΜΑΛΑΚΟ ΧΕΙΜΕΡΙΝΟ

