Πληροφορίες για τo ζιζάνιο Περικοκλάδα
Περικοκλάδα
(Calystegia sepium & Convolvulus arvensis): Πολυετή, αναρριχώμενα ζιζάνια της οικογένειας Convolvulaceae. Στην Ελλάδα απαντώνται συχνά σε ετήσιες και δενδροκομικές καλλιέργειες, αλλά και σε χέρσες εκτάσεις, φράκτες και άκρες δρόμων.
Χαρακτηριστικά:
Μεγάλη περικοκλάδα (Calystegia sepium):
Αναρριχώμενο πολυετές φυτό με βλαστούς μήκους έως 3-4 m.
Φύλλα μεγάλα, τριγωνικά - καρδιοειδή.
Άνθη λευκά, σε σχήμα χωνιού, εμφανή το καλοκαίρι.
Περικοκλάδα (Convolvulus arvensis):
Πιο χαμηλό, έρπον ή αναρριχώμενο φυτό με βλαστούς 1-2 m.
Φύλλα μικρότερα, λογχοειδή έως βελονοειδή.
Άνθη λευκά ή ροζ, μικρότερα, σε σχήμα χωνιού.
Διασπορά:
Και τα δύο είδη πολλαπλασιάζονται με σπόρους αλλά κυρίως με εκτεταμένα ριζώματα και στόλωνες, που δυσχεραίνουν τον έλεγχο.
Αναπτύσσονται σε ποικιλία εδαφών, ιδιαίτερα σε υγρά και εύφορα χωράφια.
Σημασία ως ζιζάνια:
Αναρριχώνται σε καλλιέργειες (π.χ. βαμβάκι, καλαμπόκι, δενδροκομικά), πνίγοντας τα φυτά-ξενιστές.
Ισχυροί ανταγωνιστές για φως, νερό και θρεπτικά.
Δυσκολεύουν τον αερισμό και τη συγκομιδή, μειώνοντας την παραγωγικότητα.
Το εκτεταμένο ριζικό σύστημα τα καθιστά ιδιαίτερα επίμονα και ανθεκτικά στον έλεγχο.
Έλεγχος:
Μηχανικός: συνεχείς καλλιεργητικές εργασίες (όργωμα, φρεζάρισμα) για εξάντληση των ριζωμάτων· δύσκολο σε έντονα προσβεβλημένες εκτάσεις.
Χημικός: εφαρμογή δυασυστηματικών ζιζανιοκτόνων ή εκλεκτικών για πλατύφυλλα σε σιτηρά.
Διαχειριστικός: αμειψισπορά με ανταγωνιστικές καλλιέργειες, τακτική παρακολούθηση και έγκαιρη επέμβαση πριν την ανθοφορία και παραγωγή σπόρων.