Η
Tranzschelia pruni-spinosae είναι βασιδιομύκητας
(σκωριομύκητας) που προκαλεί τη σκωρίαση των πυρηνοκάρπων, κυρίως σε βερικοκιά, ροδακινιά, δαμασκηνιά και αμυγδαλιά.
Φωτογραφια του παθογόνου μικροοργανισμού Tranzschelia pruni-spinosae απο μικροσκόπιο / plantpro.gr
Παθογόνο και ξενιστές:
Ανήκει στην οικογένεια Uropyxidaceae, τάξη Pucciniales (σκωριομύκητες).
Προσβάλλει κυρίως πυρηνόκαρπα του γένους Prunus (βερίκοκο, ροδάκινο, δαμάσκηνο, αμυγδαλιά) και ως ενδιάμεσο ξενιστή είδη ανεμώνης (Anemone spp.).
Αναγνωρίζονται δύο φυλές/ποικιλίες: T. pruni-spinosae var. discolor και var. pruni-spinosae, με μικρές διαφορές ως προς την εξειδίκευση και τη βιολογία.
Συμπτώματα στα φύλλα:
Στην επάνω επιφάνεια του ελάσματος εμφανίζονται μικρές, σχεδόν πολυγωνικές κίτρινες κηλίδες που αργότερα γίνονται καστανές.
Στις αντίστοιχες θέσεις της κάτω επιφάνειας σχηματίζονται πορτοκαλοκίτρινες κηλίδες, διάστικτες από μικροσκοπικές καστανές φλύκταινες (ουρεδοσωροί). Αργά το καλοκαίρι εμφανίζονται και σκούρο καστανόμαυρες φλύκταινες (τελειοσωροί).
Σε έντονες προσβολές τα φύλλα κιτρινίζουν, γίνονται χλωρωτικά και πέφτουν πρόωρα (φυλλόπτωση).
Συμπτώματα στους καρπούς:
Στην αρχή σχηματίζονται μικρές, υδατώδεις, σκούρο πράσινες κηλίδες (συνήθως 3-5 mm), που βυθίζονται καθώς ο καρπός αναπτύσσεται.
Το κέντρο της κηλίδας αποκτά βαθύ κίτρινο ή πορτοκαλί χρώμα, μπορεί να σκληραίνει και να γίνει δερματώδες, με ρωγμές στο περικάρπιο στα όρια της κηλίδας.
Σε ορισμένες κηλίδες σχηματίζονται καρποφορίες του μύκητα, που φαίνονται σαν καστανές έως μαύρες κονιορτώδεις περιοχές. Οι ιστοί αυτοί συχνά παραμένουν «κολλημένοι» στον γύρω υγιή ιστό.
Η προσβολή των καρπών είναι συχνότερη και πιο έντονη στη βερικοκιά και μπορεί να μοιάζει με κηλιδώσεις από κορύνεο.
Συμπτώματα στους βλαστούς:
Μπορούν να σχηματιστούν μικρά καστανά έως μαύρα έλκη, με σχισμές από όπου βγαίνουν καστανές μάζες σπορίων.
Βιολογία και επιδημιολογία:
Ο μύκητας είναι ετερόοικος και μακροκυκλικός
Στα πυρηνόκαρπα σχηματίζει ουρεδοσπόρια και τελειοσπόρια.
Στην ανεμώνη (Anemone coronata και άλλα είδη) σχηματίζει τα αικιδιοσπόρια (και τα αρχικά στάδια του κύκλου).
Κύκλος στα πυρηνόκαρπα:
Την άνοιξη, πάνω στα προσβεβλημένα φύλλα και κλαδίσκους παράγονται μεγάλες ποσότητες ουρεδοσπορίων, που διασπείρονται με άνεμο και βροχή και μολύνουν διαδοχικά νέα φύλλα και καρπούς καθ’ όλη τη βλαστική περίοδο.
Αργά το καλοκαίρι σχηματίζονται οι τελειοσωροί με τελειοσπόρια, τα οποία δεν βλαστάνουν αμέσως, αλλά διαχειμάζουν πάνω στα προσβεβλημένα όργανα.
Την επόμενη άνοιξη, τα τελειοσπόρια βλαστάνουν, σχηματίζουν βασίδια και βασιδιοσπόρια, τα οποία μολύνουν την ανεμώνη· εκεί σχηματίζονται αικιδιοσπόρια που μπορούν να μολύνουν πάλι τα πυρηνόκαρπα, κλείνοντας τον κύκλο.
Διαχείμαση:
Κυρίως ως ουρεδοσπόρια πάνω σε κλαδίσκους και πεσμένα φύλλα, τα οποία αποτελούν βασικές εστίες μολυσμάτων για την επόμενη άνοιξη.
Επιπτώσεις στην καλλιέργεια:
Προκαλεί φυλλόπτωση, μείωση της φωτοσυνθετικής επιφάνειας και εξασθένιση δέντρων, ιδιαίτερα σε επαναλαμβανόμενες προσβολές.
Υποβαθμίζει σημαντικά την εμπορική ποιότητα των καρπών (κηλιδώσεις, ρωγμές, δερματώδεις περιοχές), ειδικά στη βερικοκιά και σε δενδροκομεία παραγωγής φρέσκου προϊόντος.
Αντιμετώπιση με καλλιεργητικά μέτρα:
Συλλογή και καταστροφή (ή ενσωμάτωση) πεσμένων φύλλων και προσβεβλημένων κλαδίσκων, ώστε να μειωθεί το εναπομένον μολυσματικό φορτίο.
Απομάκρυνση ή περιορισμός ανεμώνης στην άμεση περιοχή του οπωρώνα, όπου αυτό είναι πρακτικά δυνατό, για να διακοπεί ο κύκλος του μύκητα.
Καλή κυκλοφορία αέρα, ισορροπημένη λίπανση και άρδευση, για να μειώνεται η διάρκεια υγρής επιφάνειας στα φύλλα.
Χημική προστασία:
Συνιστώνται 2-3 ψεκασμοί κατά την περίοδο της βλάστησης, ανά 10-15 ημέρες, με εγκεκριμένα μυκητοκτόνα για σκωριάσεις πυρηνοκάρπων, ανάλογα με την καλλιέργεια και τις εγκρίσεις του κάθε σκευάσματος.
Πρώτος ψεκασμός συνήθως στην πτώση των πετάλων και επανάληψη ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες (υγρασία, βροχές) και την πίεση της ασθένειας.